Μάθημα βιολοντσέλου: Τεχνική επίτευξης ανεξαρτησίας κινήσεων

Προτεινόμενη τεχνική διδασκαλίας
για το μάθημα του βιολοντσέλου από τον Μιλτιάδη Γιαννό

Η έννοια της μουσικής δημιουργίας μεσω ενός οργάνου, αποτελεί τον συνδυασμό κινήσεων. Η μουσική είναι αποτέλεσμα κινήσεων ή και δυνάμεων, που εφαρμόζουμε σε ένα μουσικό όργανο, όπως για παράδειγμα το χτύπημα ενός τυμπάνου με μια μπαγκέτα.

Για να παίξει λοιπόν ένας μαθητής ένα μουσικό όργανο, καλείται να εφαρμόσει ένα συνδυασμό κινήσεων, είτε αυτό ειναι ανεξαρτησία μεταξύ των χεριών ή των ποδιών, είτε ανεξαρτησία μεταξύ των δακτύλων. Σε κάθε περίπτωση και σε όποιο επίπεδο και να ‘ναι κάποιος, καθε τι νέο, αποτελεί στην πραγματικότητα, ένα νέο συνδυασμό κινήσεων που πρέπει να κατανοηθεί, και το σώμα να συνηθίσει την χαλαρή εφαρμογή του συνδυασμού αυτου.

Ο μηχανισμός κίνησης του δεξιού χεριού στο τσέλο είναι ιδιαίτερα πολύπλοκος. Όλες οι κλειδώσεις του χεριού δουλεύουν συνδυαστικά μόνο για να παιξουμε μια χορδή σε όλο το μήκος του δοξαριού, και να διατηρήσουμε έναν συνεχή ήχο. Το σημαντικό είναι να παρουσιαστεί ως απλός μηχανισμός και όχι σαν κατι εξεζητημένο.

Για παράδειγμα:
Ο στόχος μας είναι να αλλάζουμε ελεύθερα χορδές χωρις να ακούμε τις διπλανές τους.

Αρχικά ζητάμε να βρεί ο μαθητής παρατηρώντας τον δάσκαλο ποιο μέλος μας κινείται πρώτο όταν τραβάμε μια χορδή με το δοξάρι ώστε να καταλάβει ότι ο αγκώνας ξεκινά, άρα η κλείδωση του ώμου ανοίγει προς το πλάι, ενώ σταδιακά, μετα το μέσον του τόξου, θα ανοίξει κ η κλείδωση του αγκώνα, σαν να τραβάμε ένα κορδονι.
Αν τύχει και επιλέξει κάποιο άλλο μέλος είναι ωραίο να του δείξουμε στην πράξη ποσο μας δυσκολεύει κατι τέτοιο, χωρίς να λέμε πως είπε κατι λάθος, απλώς ότι δεν είναι ο πιο εύκολος τρόπος (π.χ. Ξεκινά ο καρπος…).

Έπειτα ο μαθητής με τη σειρά του, δοκιμάζει να παιξει την χορδή ντο ώστε να πετύχει το “τράβηγμα του κορδονιού” και το αντίστροφο του επιστρέφοντας, και έπειτα να δοκιμάζει ανοικτές χορδές, είτε με τη σειρά, είτε με μια τυχαία επιλογή αυτοσχεδιάζοντας.

Ύστερα από κάποιες φορές τον βοηθάμε να καταλάβει πως δεν είναι εύκολο να παίξει μια, μια τις χορδές χωρίς να ακούσουμε τις διπλανές τους.
Το “τρίκ”για να μπορέσουμε να πετύχουμε το στόχο μας και να δείξουμε πως δεν ειναι τόσο δυσκολο, είναι πως έχουμε δύο δουλειές που φαίνεται σαν να γίνονται ταυτόχρονα, η μία να διαλέξουμε χορδή, και η άλλη να τραβήξουμε ή να σπρώξουμε το δοξάρι.
Και για τις δύο αυτές δουλειές, αρχηγός είναι ο αγκώνας, αυτός ξεκινά το “ταξίδι” του δοξαριού πανω στη χορδή και αυτός είναι που θα καθορίσει σε ποιά χορδή θα παίξουμε.

Με ένα απλό ποιηματάκι, το “Παίζω-Φτίαχνω-Σταματώ” εξηγούμε πως αφού τελειώσει το “ταξίδι” του δοξαριού (παίζω), ο αγκώνας διαλέγει σε ποια χορδή θα συνεχίσει, εξηγώντας την θέση του σε κάθε χορδή, τοποθετεί το δοξάρι στη θέση αυτή (φτιάχνω) και αφήνοντας ένα κενό χωρίς να παίζει (σταματώ), ξεκινά να με τον ίδιο τρόπο απ την αρχή.
Το κενό αυτό διαχωρίζει τις δύο κινήσεις και διευκολύνει στην προετοιμασία της κάθε νότας, ώστε να υπάρχει χρόνος να σκεφτεί ο μαθητής και να δώσει τις σωστές εντολές στο χέρι του.

Αυτόν τον “κώδικα”, μπορούμε να τον εφαρμόσουμε και στο αριστερό χέρι αντίστοιχα, με το δεξί να παίζει μόνο pizzicato, προετοιμάζοντας πάντα την επόμενη νότα και σταματώντας πρίν την παίξουμε. Στη συνέχεια προσθέτουμε και το δοξάρι στην άσκηση ή στο κομμάτι με το ίδιο πάλι σκεπτικό, αφού μιλάμε για πάντρεμα πολλώνκινήσεων του δεξιού και αριστερού χεριού αντίστοιχα.
Στην πορεία προτρέπουμε στην ολοένα εξαφάνιση του κενού αυτού.

Μακροπρόθεσμα επικροτούμε το μαθητή να χρησιμοποιήσει την πρακτική αυτή όποτε συναντάει ένα διαφορετικό και ασυνήθιστο συνδυασμό κινήσεων, και μπορεί με παραλλαγές να εφαρμοστεί εύκολα και σε άλλα μουσικά όργανα.